
Όταν το 2004 ανέλαβε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έξω από όλες τις – ούτως ή άλλως κίβδηλες προεκλογικές εξαγγελίες – το πρώτο διάστημα η κατάσταση στο κυβερνητικό σχήμα ήταν εξαιρετικά μουδιασμένη.
Κι αυτό γιατί, μπορεί η κάθε αξιωματική αντιπολίτευση να ασκεί τον λεγόμενο «κοινοβουλευτικό έλεγχο» όσο περιμένει να (ξανά)βγει στην εξουσία, παρόλα αυτά στην παράδοση-παραλαβή των υπουργείων η κατάσταση είναι πάντα εξόχως διαφορετική από αυτή που ήλπιζε ότι θα συναντήσει. Δεν είναι μυστικό: έχει αποδειχθεί πολλές φορές ότι η κάθε κυβέρνηση προκειμένου να ασκήσει επικοινωνιακή – και μόνο – πολιτική, κρύβει ελλείμματα, ανεργία και ένα σωρό άλλα καυτά στοιχεία τόσο από την πολιτεία, όσο και από τους ξένους εταίρους – προϊσταμένους μας.
Γρήγορα-γρήγορα λοιπόν, έκαναν απογραφή. Και δήλωσαν ότι παρέλαβαν (κι αυτοί) χάος.
Και πού το περίεργο;
Μεγαλώσαμε με το παραμύθι των «άδειων ταμείων» και της «καμμένης γης». Μεγαλώσαμε με την ανικανότητα των δύο μεγάλων κομμάτων που παραδοσιακά αλληλοκατηγορούνται, αλληλοκαταστρέφοντας τις πολιτικές τους εκατέρωθεν κάθε τέσσερα χρόνια.
Μεγαλώσαμε σε ένα κράτος χωρίς καμία συνέχεια. Σε ένα κράτος που επανιδρύεται κάθε τετραετία, προσπαθώντας να αντιπαλέψει ένα πανίσχυρο πελατειακό σύστημα, τουλάχιστον εκατό ετών.
Οι Αμερικάνοι λένε “you can’t teach an old dog new tricks” (δε μπορείς να μάθεις νέα κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί). Εγώ λέω «πως μπορεί ένα μωρό τεσσάρων ετών να μάθει σε έναν αιωνόβιο γέρο να συμπεριφέρεται διαφορετικά; Κι αφού αποδεδειγμένα αυτή η προσπάθεια αποτυγχάνει τα τελευταία 35 χρόνια, γιατί συνεχίζουμε να προσπαθούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κάθε τετραετία;»
Χθες το βράδυ είδα έναν δημοσιογράφο του Sky News να λέει: «η Ελλάδα έχει περισσότερους δημόσιους υπάλληλους από τη Γαλλία. Μόνο που η Γαλλία έχει 70 εκατομμύρια πληθυσμό και η Ελλάδα 10».
Λησμόνησε να συμπληρώσει μάλλον, ότι μολαταύτα παραμένουμε οι βασιλιάδες της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της αναβλητικότητας. Μία γιγάντια κρατική μηχανή που είναι τόσο δύσκολο να κινηθεί πια.
Και μ' αυτά και μ' εκείνα, ξυπνήσαμε ξαφνικά μια ωραία πρωία και όλα μας φταίγανε.
Μας έφταιγε ο Σημίτης γιατί έκανε τους Ολυμπιακούς να φτάσουν τα 24 δις από τα 2 δις που ήταν αρχικά.
Μας έφταιγε ο Καραμανλής γιατί γιγάντωσε το δημόσιο χρέος χωρίς να αφήσει ούτε μισό σοβαρό έργο στη χώρα.
Μας φταίει ο Παπανδρέου γιατί έλεγε ότι υπάρχουν τα λεφτά και τώρα μας έσφιξε τόσο πολύ το ζωνάρι που η πάλαι ποτέ λιτότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τώρα φαντάζει περίπατος.
Και με περίσσια αναίδεια, βροντοφωνάζουμε: «φέρτε πίσω τα κλεμμένα»!
Μα, ποια κλεμμένα;
Και από πού να τα φέρουν πίσω;
Εμείς δεν ήμασταν που από κάθε κυβέρνηση και κάθε βουλευτή ξεχωριστά ζητούσαμε να διορίσουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο για να αποκατασταθούν;
Εμείς δεν ήμασταν που συγκαλύπταμε τις ρεμούλες του κάθε υπουργού, αρκούμενοι σε κάθε είδους επιδοτήσεις;
Εμείς δεν ήμασταν που γκρινιάζαμε κάθε χρόνο για αυξήσεις στους μισθούς, στις συντάξεις και στα επιδόματα;
Εμείς δεν ήμασταν που ζητούσαμε τους Ολυμπιακούς, το Μετρό, την Εγνατία, την Αττική οδό, την ΠΑΘΕ, την ψηφιακή εποχή;
Αλήθεια, αναρωτηθήκαμε ποτέ από πού θα προέλθουν τα χρήματα για όλες αυτές τις παροχές ή το μόνο που μας ενδιέφερε πάντα ήταν να βολευτούμε λίγο περισσότερο;
Ποιος από εμάς νοιάστηκε πραγματικά για τη χώρα του;
Φταίνε οι πολιτικοί και το σύστημα θα μου πείτε. Προφανώς, και το δέχομαι. Αλλά ποιος συντήρησε τους ίδιους πολιτικούς και το ίδιο σύστημα επί 35 τουλάχιστον χρόνια; Οι Γερμανοί ή οι Σουηδοί;
Γιατί δεν μιλήσαμε ποτέ;
Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβετε, πιθανότατα όμως δεν είστε σε θέση να το παραδεχτείτε: γκρινιάζουν μόνον όσοι είναι έξω από το σύστημα. Όσοι αισθάνονται βολεμένοι, άρα και διαπλεκόμενοι με αυτό, απλά το βουλώνουν.
Οι πολιτικοί στη χώρα μας, ανεξαρτήτως χρώματος και ιδεολογίας (συμπεριλαμβανομένων και όλων των μικρών κομμάτων που πέρασαν ποτέ από τη Βουλή) έχουν διαπράξει τα πιο τραγικά λάθη, τους χειρότερους σχεδιασμούς με το ελάχιστο όραμα που θα μπορούσε να έχει κανείς για τη χώρα του και θα έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικά ως εθνικοί προδότες.
Και μιλάω σοβαρά.
Αλλά για ποιόν τα έκαναν όλα αυτά; Και ποιος αντιστάθηκε;
Ποιος τα πήρε, τέλος πάντων, όλα αυτά τα κλεμμένα;
Οι περίσσιοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι καλοπληρωμένες επιτροπές, οι χλιδάτοι διευθυντάδες, οι αμέτρητοι διοικητικοί των νοσοκομείων, οι άχρηστοι αγροφύλακες, οι πενταετείς του στρατού, οι κρατούντες υπερνομάρχες/νομάρχες/αντινομάρχες/δήμαρχοι/αντιδήμαρχοι με τους αυλικούς και τα ταξίδια τους, οι πληρωμένοι παπάδες-δημόσιοι υπάλληλοι και τόσοι άλλοι…
Και ποιοι είναι όλοι αυτοί; Λίγοι και εκλεκτοί; Τσιράκια των πολιτικών;
Είστε σίγουροι ότι είναι τόσο λίγοι;
Λίγοι και βλάκες είναι όσοι δεν έφαγαν. Όσοι δεν ζήτησαν και όσοι δεν εξυπηρετήθηκαν ποτέ από το σύστημα.
Μη βιάζεστε να αυτοχαρακτηριστείτε. Σκεφτείτε λίγο καλύτερα... Εσείς δεν πήρατε ποτέ; Τίποτα;
Ελάτε τώρα...
Θέλετε να μου πείτε ότι τα λεφτά τα φάγανε οι πολιτικοί παρέα με τους εργολάβους-μεγαλοεκδότες; Ότι τα ξοδέψαμε σε μίζες για τα δημόσια έργα; Σε υποβρύχια που γέρνουν και σε Mirage που δεν χρειαζόμαστε; Σε υπερκοστολογημένα φάρμακα και προμήθειες του δημοσίου; Όλα;
Προφανώς και εκεί. Αλλά αυτά, είναι εγκλήματα που συντελέστηκαν από μία φορά. Όσο μεγάλα κι αν ήταν, όσο υψηλές κι αν ήταν οι μίζες, δόθηκαν μία φορά.
Οι υψηλοί μισθοί σε άχρηστους υπαλλήλους και επιτροπές, όλα τα επιδόματα, οι παχυλές συντάξεις και οι παροχές, ακολουθούν τη μοίρα ολόκληρου του δημόσιου τομέα: είναι μόνιμες. Και αυτά τα λάθη που δημιουργεί η μία κυβέρνηση, δεν τα κληροδοτεί απλά ως «καυτή πατάτα» στην επόμενη. Τα κληροδοτεί ως καρκίνωμα στο ίδιο το κράτος. Ως καρκίνωμα που μεγαλώνει και γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Που απομυζεί τον πλούτο της χώρας και τον κατασπαταλά σε πλασματική ποιότητα ζωής. Ποιος δεν λιμπίστηκε ένα εξοχικό, ένα τζιπ, ένα δεύτερο μικρό και πρακτικό αυτοκίνητο, να σπουδάσει τα παιδιά του στο καλύτερο πανεπιστήμιο του εξωτερικού (για να μπορέσει κι αυτό με τη σειρά του να διεκδικήσει με αξιώσεις μια σίγουρη θέση στο δημόσιο), να μπορεί να κάνει διακοπές δύο μήνες το χρόνο;
Αυτή είναι και η μεγαλύτερη απάτη του πολιτικού μας συστήματος. Ούτε τα λεφτά που φάγανε πρωτογενώς οι ίδιοι, ούτε τα λεφτά που κατασπατάλησαν με ευκολία μέσα από λάθος πολιτικές σε τρίτους. Όταν καταφέρνεις να κάνεις μέρος του συστήματος τον κάθε απλό πολίτη, του βουλώνεις το στόμα. Τον έχεις απλά να γκρινιάζει όταν θελήσει λίγο ακόμη μέλι και τον παραμυθιάζεις με παροχές, βολέματα και ψεύτικες ελπίδες. Ελπίδες όμως με πολύ συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης.
Όταν πρωτοάκουσα τον Καραμανλή μετά από 1-2 χρόνια διακυβέρνησης, να διατυμπανίζει πως «η βαριά βιομηχανία της χώρας μας είναι ο τουρισμός» πάγωσα. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Οποία κατάντια, να δηλώνει μια χώρα ότι η βαριά της βιομηχανία είναι ο τουρισμός. Μα, αλήθεια, οι άλλες χώρες δεν έχουν τουρισμό; Η Ισπανία, η Πορτογαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία, η Τουρκία, δεν είναι χώρες που έχουν υπέροχο τουρισμό; Μήπως μας έπιασε πάλι η μεγαλομανία μας, νομίζοντας ότι, λόγω του ήλιου, της θάλασσας και των νησιών μας, έχουμε καλύτερη τουριστική βιομηχανία απ’ τους υπόλοιπους;
Εγώ, πάντως, το διάβασα κάπως ανάποδα όλο αυτό τότε: είμαστε ένα τίποτα, ένα μηδενικό που δεν παράγει τίποτα και περιμένουμε τους ξένους να ‘ρθουν να μείνουν στα rooms to let, να φάνε τα τζατζίκια και τους μουσακάδες μας για να λειτουργήσει η χώρα.
Κανένα εθνικό όραμα, κανένα οργανωμένο σχέδιο, καμία αειφόρος ανάπτυξη.
Μόνο ντροπή.
Τόσα χρόνια, τόσα πεταμένα λεφτά και ούτε μία υποδομή. Ούτε μία παραγωγική μονάδα. Ούτε μία σοβαρή εξαγωγή. Μόνο επιδοτήσεις, παροχές και μπαλώματα. Για να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Για να γίνουν όλοι ένα – μικρό έστω – μέρος του συστήματος. Για να βουλώσουν όλα τα στόματα. Για να γίνουμε όλοι συμμέτοχοι στην απάτη.
Και τι καταλάβαμε;
Να είμαστε μια χώρα-περίγελος των υπολοίπων, να έχουμε στερήσει από εμάς, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας δεκαετίες πραγματικής ανάπτυξης, να χοροπηδάμε σαν άλλοι ιθαγενείς μόλις μας πετάξουν λίγα καθρεφτάκια και εν τέλει να το βουλώνουμε μπροστά στα αμέτρητα μέτρα που μας επιβάλλονται τώρα.
Γιατί ξαφνικά καταλάβαμε ότι πρέπει να πληρώσουμε τα σπασμένα, τα δανεικά που συντήρησαν την ψευτιά του προσωπικού μας “American Dream”.
Καταλάβαμε ότι δεν υπάρχουν κότες που γεννούν επ’ άπειρο χρυσά αυγά.
Καταλάβαμε ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει υγιές ισοζύγιο, παρά μόνο ένα απλωμένο χέρι που ζητάει συνεχώς δανεικά για να μπορέσει να βουλώσει στόματα.
Καταλάβαμε ότι αντί να ζητάμε να βολέψουμε τον εαυτό μας, πρέπει να διεκδικήσουμε να βολευτεί ολόκληρη η χώρα με – μικρές έστω – μονάδες παραγωγής και εξαγωγών, προκειμένου να καλύψουμε τουλάχιστον τις δικές μας ανάγκες χωρίς να εισάγουμε αλόγιστα.
Θέλω να ελπίζω δηλαδή ότι όντως το καταλάβαμε.
Γιατί αν δεν το καταλάβαμε και τώρα, είμαστε απλώς άξιοι της τύχης μας.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "blah.blah" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

