Καραϊσκάκη, Χέιζελ, Χιλσμπορο, Μπουενος Άιρες......
Καραϊσκάκη 1981
Ήταν Κυριακή 8 Φεβρουαρίου...
Ήταν Κυριακή 8 Φεβρουαρίου του 1981 και στο «Γ. Καραϊσκάκης» διεξαγόταν το ντέρμπι μεταξύ Ολυμπιακού-ΑΕΚ. Το γήπεδο ήταν κατάμεστο από 35.000 φιλάθλους και των δύο ομάδων. Το ματς εξελίχθηκε σε θρίαμβο για την ομάδα του Ολυμπιακού και το τελικό 6-0 έκανε τους οπαδούς των γηπεδούχων να θέλουν να αποθεώσουν τους "ερυθρόλευκους" ποδοσφαιριστές.
Ένα μεγάλο μέρος των φιλάθλων που βρίσκονταν στη θύρα 7 θέλησε να αποχωρήσει και να κινηθεί εξωτερικά του γηπέδου προς τη θύρα 1 -απ' όπου θα έβγαιναν οι ποδοσφαιριστές.
Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε ποτέ και τα γέλια μετατράπηκαν σιγά-σιγά σε φωνές και αργότερα σε κλάματα. Ένας από τους οπαδούς που βρισκόταν μπροστά γλίστρησε και βρέθηκε στο έδαφος. Εκείνη την ώρα η πόρτα της θύρας ήταν κλειστή -ή μισάνοιχτη σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες- με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα χάος καθώς ο ένας έπεφτε πάνω στον άλλο. Λίγα λεπτά αργότερα, κάποιοι αστυνομικοί καταφέρνουν να ξηλώσουν ένα από τα τουρνικέ της θύρας και να απεγκλωβίσουν αρκετό κόσμο.
Οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες μεταφέρονται στο Τζάνειο νοσοκομείο με περιπολικά, ασθενοφόρα και Ι.Χ., ενώ η τηλεόραση κάνει έκκληση σε γιατρούς ζητώντας τους να βοηθήσουν για την αντιμετώπιση των τραυματιών. Το κλίμα εκείνες τις ώρες στο νοσοκομείο ήταν τραγικό. Χιλιάδες κόσμου έσπευσε εκεί, με την ελπίδα να μην είναι κάποιος δικός του άνθρωπος στη λίστα με τους τραυματίες ή τους νεκρούς, που τελικά έφτασαν τους 21.
Το βράδυ εκείνης της ημέρας, περίπου 300 φίλοι του Ολυμπιακού προσπάθησαν να εισέλθουν στο στάδιο Καραϊσκάκη προκειμένου να βρουν τους υπευθύνους και να τους ζητήσουν το λόγο για το συμβάν αλλά μια διμοιρία των ΜΑΤ τους απώθησε.
Από εκείνο το βράδυ του Φεβρουαρίου του '81 μέχρι και σήμερα, οι ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί πουθενά: όπως συμβαίνει με όλα τα κακώς κείμενα του αθλητικού χώρου. Οι οικογένειες που έχασαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα δεν έμαθαν ποτέ το γιατί, καθώς ορισμένοι ήθελαν να καλύψουν την απερισκεψία ή την αδιαφορία των υπευθύνων.
Τα ονόματα των φιλάθλων που έχασαν τη ζωή τους: Δημήτρης Αδαμόπουλος (40 ετών), Γεράσιμος Αμίτσης (18), Σπύρος Ανδριώτης (24), Γιάννης Διαλυνάς (20), Γιάννης Κανελλόπουλος (18), Κώστας Καρανικόλας (26), Αντώνης Κουρουπάκης (34), Μιχάλης Κωστόπουλος (21), Σπύρος Λεωνιδάκης (18), Ευστράτιος Λούπος (20), Μιχάλης Μάρκου (27), Βασίλης Μάχας (20), Κώστας Μπίλας (28), Ηλίας Παναγούλης (17), Αναστάσιος Πιτσόλης (30), Κώστας Σκλαβούνης (16), Γιάννης Σπηλιόπουλος (19), Παναγιώτης Τουμανίδης (14), Νίκος Φίλος (19), Χρήστος Χατζηγεωργίου (34) και Ζωγραφούλα Χαϊρατίδου (23). Heysel, 1985

Έχει χαρακτηριστεί μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και όχι άδικα, καθώς 39 άτομα έχασαν τη ζωή τους το απόγευμα της 29ης Μαΐου 1985, στο στάδιο «Χέιζελ» των Βρυξελλών.
Οι επιζώντες από αυτήν την τραγωδία προσπαθούν εδώ και 26 χρόνια να σβήσουν από την μνήμη τους τις εικόνες της φρίκης. Όταν όμως καλούνται να μιλήσουν για εκείνη την ημέρα είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε ένα λεπτό. Θυμούνται την παραμικρή λεπτομέρεια. Ακόμα και τις φωνές…
Απόγευμα 29ης Μαΐου 1985. Η Γιουβέντους αντιμετωπίζει τη Λίβερπουλ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Διαιτητής του αγώνα είχε κληρωθεί ο Ελβετός Ντέινα. Από το στάδιο των Βρυξελλών, περισσότεροι από 60 τηλεοπτικοί σταθμοί μετέφεραν στις χώρες τους την εικόνα του αγώνα. Από τη μια πλευρά του σταδίου υπήρχε κόσμος ντυμένος στα ασπρόμαυρα. Από την άλλη στα κόκκινα. Οι οπαδοί και των δύο ομάδων τραγουδούσαν συνθήματα και κουνούσαν σημαίες, δημιουργώντας μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα. Μεταξύ τους υπήρχε μεγάλη αστυνομική δύναμη, αλλά κανείς δεν έδειχνε να ανησυχεί.
Στις 5 το απόγευμα είχαν συγκεντρωθεί πάνω από 60,000 οπαδοί στο στάδιο, με τους περισσότερους Άγγλους όμως να έχουν καταναλώσει-κατά την προσφιλή τους συνήθεια- μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Ο τομέας «Ζ» ήταν δίπλα στους φανατικούς οπαδούς της Λίβερπουλ. Αυτές οι θέσεις προορίζονταν για Βέλγους που δεν είχαν καμία ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα. Εκεί είχαν καθίσει και αρκετοί Ιταλοί, φίλοι της Γιουβέντους, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει στις Βρυξέλες για να απολαύσουν τον τελικό, πράγμα φυσιολογικό αν αναλογισθεί κανείς την έντονη παρουσία Ιταλών μεταναστών σε όλο το Βέλγιο. Η πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών, ήταν οικογενειάρχες που είχαν μαζί τους και μικρά παιδιά…
Η τραγωδία απείχε μόλις δέκα λεπτά! Στις 7 το απόγευμα είχε καθοριστεί η ώρα έναρξης του αγώνα. Τα συνθήματα από τους οπαδούς των δύο ομάδων έδιναν και έπαιρναν, δημιουργώντας μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. Ο τομέας «Ζ» βρισκόταν δίπλα στους Άγγλους χούλιγκαν και οι οπαδοί που είχαν κατακλύσει την κερκίδα αυτή δεν είχαν καμία προστασία, αφού στην επικίνδυνη ζώνη υπήρχε ελάχιστη αστυνομική δύναμη. Στις τάξεις των Άγγλων φιλάθλων, είχαν εισχωρήσει αρκετοί χούλιγκαν χωρίς εισιτήριο σε κατάσταση μέθης, δημιουργώντας μια ανυπόφορη κατάσταση. Τα πνεύματα μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων είχαν πλέον οξυνθεί.
Περίπου μια ώρα πριν από τη σέντρα του αγώνα, οι οπαδοί της Λίβερπουλ πέρασαν το διαχωριστικό και επιτέθηκαν με ορμή στους Ιταλούς που βρίσκονταν στον τομέα «Ζ». Ορισμένοι Ιταλοί αντεπιτέθηκαν. Για αρκετά λεπτά, καθίσματα και διάφορα άλλα αντικείμενα είχαν δημιουργήσει μια…νοητή γέφυρα στα δύο «στρατόπεδα». Ωστόσο, οι Άγγλοι συνέχισαν να συρρέουν κατά δεκάδες στον τομέα «Ζ», αναγκάζοντας σχεδόν ολόκληρη τη μάζα των οπαδών της Γιουβέντους να υποχωρήσει. Αρκετοί Ιταλοί στοιβάχτηκαν σε έναν τοίχο στο τέλος της εξέδρας, ο οποίος κατέρρευσε από το βάρος. Δεκάδες άνθρωποι παγιδεύτηκαν κάτω από τα συντρίμμια, τη στιγμή που εκατοντάδες περνούσαν από πάνω τους για να σωθούν. Τριάντα εννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, εκ των οποίων 32 Ιταλοί, τέσσερις Βέλγοι, δύο Γάλλοι και ένας Ιρλανδός. Περισσότεροι από 350 τραυματίστηκαν, αλλά η χαοτική κατάσταση που επικρατούσε και η περιορισμένες δυνάμεις των Αρχών καθυστέρησαν την ιατρική περίθαλψη.


Την ώρα που δεκάδες ανθρώπινα σώματα βρίσκονταν στο έδαφος, ορισμένοι Ιταλοί επεδίωξαν εκδίκηση και έτρεξαν προς το μέρος των φιλάθλων της Λίβερπουλ. Η Αστυνομία προσπάθησε να σταματήσει αυτήν την επίθεση και οι τηλεοπτικές εικόνες έδειξαν τις μάχες που ακολούθησαν. Μεταξύ αυτών, ένας Ιταλός να απειλεί με επαναληπτική καραμπίνα έναν αστυνομικό.
Η μαρτυρία ενός από τους επιζώντες είναι συγκλονιστική. «Σώματα ήταν πεσμένα κάτω και δεν αντιδρούσαν. Πολλά από τα μικρά παιδιά πέθαναν από ασφυξία αφού τα είχαν πατήσει» λέει ένας Ιταλός. Όταν μάλιστα του μιλούν για τύχη εκείνος απαντά: «Τύχη; Ποια τύχη; Εγώ δεν πρόκειται ποτέ πια να έχω φυσιολογική ζωή. Κάθε μέρα, κάθε βράδυ, σε κάθε όνειρο μου βλέπω τους ανθρώπους εκείνους που πέθαιναν. Βλέπω τα παιδάκια που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Είναι τύχη αυτή;» Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα του.
Η τραγωδία μεταδόθηκε ζωντανά σε όλο τον κόσμο μέσω των τηλεοπτικών σταθμών. Ο αγώνας φυσικά δεν είχε αρχίσει. Η UEFA και οι Βέλγοι απέφυγαν να αποκαλύψουν την πραγματική τραγωδία. Οι δημοσιογράφοι που προσπαθούσαν να δουν τι ακριβώς είχε συμβεί έβρισκαν κλειστές πόρτες. Κανείς δεν μιλούσε για νεκρούς. Οι διοργανωτές έκαναν τα πάντα για να μην φτάσουν στα αυτιά των ποδοσφαιριστών, οι λεπτομέρειες για το συμβάν. Τελικά, οι αρχηγοί των δύο ομάδων, Ο Νιλ και ο Σιρέα, πήραν το μικρόφωνο του σταδίου, καλώντας τα πλήθη να ηρεμήσουν, ανακοινώνοντας παράλληλα ότι το παιχνίδι θα γινόταν κανονικά. Εξάλλου, οι εντολές των ηγετών των δύο κρατών, όσο και αυτές της UEFA, απαιτούσαν το παιχνίδι να διεξαχθεί κανονικά.
Στις Βρυξέλες το ρολόι έδειχνε 21:39 όταν ξεκίνησε το παιχνίδι. Κανείς δεν ήξερε πόσα άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους. Ότι κάποιοι είχαν σκοτωθεί είχε διαδοθεί. Αρκετοί υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να αναβληθεί το ματς. Τελικά όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Εκείνη τη στιγμή μπορεί να φαινόταν απάνθρωπο, αλλά ήταν η πιο σωστή λύση. Όσο για τον αγώνα; Δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έμοιαζε με… φιλικό.
Η αναμέτρηση προφανώς διεξήχθη κάτω από ένα εξαιρετικά τεταμένο κλίμα, όπου οι άμεσα εμπλεκόμενοι, οι ποδοσφαιριστές, δεν γνώριζαν το ακριβές μέγεθος της τραγωδίας. Ο διαιτητής, ο Ελβετός Ντέινα, ίσως γνώριζε κάτι περισσότερο και ως εκ τούτου ενήργησε... κατευναστικά. Στο 56ο λεπτό της συνάντησης Μπόνιεκ ανατράπηκε φανερά εκτός της μεγάλης περιοχής, ωστόσο ο Ελβετός ρέφερ έδειξε την άσπρη βούλα. Ο Πλατινί ανέλαβε την εκτέλεση της εσχάτης των ποινών, βάζοντας την «Μεγάλη Κυρία» μπροστά στο σκορ. Ο Γάλλος άσος μη αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης, πανηγυρίζει έξαλλα το γκολ προκαλώντας τα πικρόχολα σχόλια των παρευρισκομένων. Η Γιουβέντους διατηρεί το προβάδισμα, αλλά λίγο αργότερα ο «άρχων του αγώνα», κλείνει τα μάτια σε ανατροπή του Γουίλαν εντός της μεγάλης περιοχής των «Μπιανκονέρι», καταδικάζοντας ουσιαστικά τους «Ρεντς».
Αυτή ίσως να ήταν η επιθυμητή από την από την πλειοψηφία κατάληξη του αγώνα, ώστε να μην υπάρξουν άλλα έκτροπά μέχρι την ολοκλήρωση της βραδιάς. Δεν είναι λίγοι που υποστηρίζουν ότι ο διαιτητής δέχθηκε εντολές για να καθορίσει το αποτέλεσμα. Το ποδόσφαιρο, όμως, έχασε εκείνη τη βραδιά κάτι περισσότερο από μία δίκαιη απονομή...


Η επόμενη μέρα ήταν κάτι παραπάνω από τραγική. Ο παρατηρητής τη ΟΥΕΦΑ, Γκούντερ Σνάιντερ, επιρρίπτει ευθύνες αποκλειστικά στους Αγγλους, αθωώνοντας τόσο τους διοργανωτές του αγώνα, όσο και τους αρμόδιους του γηπέδου, τη βελγική αστυνομία και τους φιλάθλους της Γιουβέντους.
Η Λίβερπουλ, υπόλογη στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, έπρεπε να υποστεί σοβαρές κυρώσεις. Στις 31 Μαΐου, η πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, πιέζει την αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία να αποσύρει τους αγγλικούς συλλόγους από τις διεθνείς διοργανώσεις. Δύο μέρες αργότερα, η ΟΥΕΦΑ τους αποβάλλει από τις διοργανώσεις της για "αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα". Στις 6 Ιουνίου η ΦΙΦΑ επεκτείνει την ποινή σε κάθε ματς παγκοσμίως, αλλά τελικώς μία εβδομάδα αργότερα επιτρέπεται στους Αγγλους να δίνουν διεθνή φιλικά. Η ποινή δεν αφορούσε την εθνική Αγγλίας.
Η Βρετανική Αστυνομία εξέτασε από την πλευρά της το βίντεο του αγώνα και συνέλαβε 27 άτομα με την υποψία της ανθρωποκτονίας. Η πλειοψηφία εξ αυτών, γνωστοί χούλιγκαν από το Λίβερπουλ και τα περίχωρα. Το 1989, μετά από πεντάμηνη δίκη στο Βέλγιο, δεκατέσσερις οπαδοί της Λίβερπουλ καταδικάστηκαν σε τρία χρόνια φυλάκιση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στην κατάληξη της υπόθεσης, ουδείς εξέτισε ποινή κάθειρξης.
Το στάδιο της καταστροφής, το "Χέιζελ", συνέχισε να λειτουργεί για περίπου δέκα χρόνια, φιλοξενώντας, όμως, αθλητικά γεγονότα που δεν είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο. Το 1995 κατεδαφίστηκε και έδωσε τη θέση του στο "Κινγκ Μποντουέν", στο οποίο διεξήχθη ο τελικός του κυπέλλου κυπελλούχων του 1996, μεταξύ της Παρί Σεν Ζερμέν και της Ραπίντ Βιέννης (1-0 οι Γάλλοι).
Οι άτυχοι οπαδοί
Τα ονόματα των 39 άτυχων οπαδών που βρήκαν τον θάνατο τη νύχτα της 29ης Μαϊου του 1985 στο στάδιο "Χέιζελ" των Βρυξελλών, είναι τα παρακάτω (σε παρένθεση οι ηλικίες των θυμάτων):
Ρόκο Ατσέρα (29), Μπρούνο Μπάλι (50), Αλφονς Μπος, Τζιανκάρλο Μπρουσκέρα (21), Αντρέα Καζούλα (11), Τζιοβάνι Καζούλα (44), Νίνο Τσερούλο (24), Βίλι Σιέλενς, Τζιουζεπίνα Κόντι (17), Ντιρκ Ντενέκι, Ντιονίζιο Φάμπρο (51), Ζακ Φρανσουά, Εουτζένιο Γκαλιάνο (35), Φραντσέσκο Γκάλι (25), Τζιανκάρλο Γκονέλι (20), Φραντσέσκο Γκάλι (25), Τζιανκάρλο Γκονέλι (20), Αλμπέρτο Γκουαρίνι (21), Τζιοβαίνιο Λαντίνι (50), Ρομπέρτο Λορεντίνι (31), Μπάρμπαρα Λούσι (58), Φράνκο Μαρτέλι (46), Λόρις Μεσόρε (28), Τζιάνι Μαστρολάκο (20), Σέρτζιο Μπαστίνο Ματσίνο (20), Λουτσιάνο Ρόκο Παπαλούκα (38), Λουίτζι Πιντόνε (31), Μπέντο Πιστολάτο (50), Πάτρικ Ράντκλιφ, Ντομένικο Ραγκάτσι (44), Αντόνιο Ρανιανέζε (29), Κλοντ Ρομπέρ, Μάριο Ρόνκι (43), Ντομένικο Ρούσο (28), Ταρτσίζιο Σάλβι (49), Τζιανφράνκο Σάρτο (47), Αμεντέο Τζιουζέπε Σπαλαόρε (55), Μάριο Σπάνου (41), Ταρτσίζιο Βεντουρίν (23), Ζαν Μισέλ Βαλά, Κλαούντιο Τζαβαρόνι (28)




Εικόνες συμφιλίωσης 20 χρόνια μετά
Στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ του 2005, η κληρωτίδα έφερε αντιμέτωπες τη Λίβερπουλ και τη Γιουβέντους, είκοσι χρόνια μετά την τραγωδία. Μέχρι τότε, δεν είχε διεξαχθεί άλλο παιχνίδι μεταξύ τους, επίσημο και μη. Το συγκρότημα του Ράφα Μπενίτεθ ήταν αυτό που πήρε την πρόκριση, κερδίζοντας με 2-1 στο "Ανφιλντ" και αποσπώντας "λευκή" ισοπαλία στο Τορίνο.
Στο περιθώριο του αγώνα, σημειώθηκαν μικρής έκτασης επεισόδια, παρά τα πολλά μέτρα ασφαλείας που είχαν ληφθεί, ενώ στην αναμέτρηση της Αγγλίας, οι φίλοι της Λίβερπουλ σήκωσαν ένα πανό συγγνώμης και φιλίας, το οποίο βρήκε ανταπόκριση από την μεγαλύτερη μερίδα φίλων της Γιουβέντους.
Hillsborough Stadium, Σέφιλντ, Αγγλία 1989

Στις 15 Απριλίου του 1989, σε μία καθαρά ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα, το στάδιο "Χίλσμπορο" του Σέφιλντ άνοιγε τις πύλες του για να υποδεχτεί τους οπαδούς της Λίβερπουλ και της Νότιγχαμ Φόρεστ στο πλαίσιο του ημιτελικού του Κυπέλλου Αγγλίας, με εκείνο το ματς όμως να μετατρέπεται σε ραντεβού θανάτου για 96 φιλάθλους των "reds".
Από τη μία η εσφαλμένη κατανομή των φιλάθλων στο πέταλο, από την άλλη οι υπεράριθμοι Liverpoodlians οπαδοί που στοιβάχτηκαν στην εξέδρα Leppings Lane -με σοβαρή ευθύνη της αστυνομίας και των ανθρώπων του γηπέδου- αλλά και η υποδομή του "Χίλσμπορο" με τα "δολοφονικά" σιδερένια κιγκλιδώματα, ήταν αρκετά στοιχεία για να φέρουν το κακό...
Και τί κακό, τραγωδία, εφιάλτης. Έξι μόλις λεπτά μετά την έναρξή του (15:00), ο αγώνας διακόπηκε αφού την ίδια ώρα στις εξέδρες είχε ξεκινήσει μακελειό.
Οι παραπάνω φίλαθλοι που είχαν μπει χωρίς έλεγχο από μία θύρα μετά την έναρξη του αγώνα δημιούργησαν τρομερή πίεση σε αυτούς που είχαν ήδη πάρει θέση στην κατάμεστη εξέδρα, με αποτέλεσμα να "στέλνουν" όλο και περισσότερους κοντά στο σιδερένιο κιγκλίδωμα.
Όσοι πρόλαβαν να πηδήξουν εντός αγωνιστικού χώρου (εκμεταλλευόμενοι ένα μικρό κενό στα προστατευτικά) σώθηκαν, πολλοί ήταν όμως εκείνοι που δεν τα κατάφεραν και συνθλίφτηκαν, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγη ώρα το γήπεδο να γεμίζει από τραυματίες αλλά και ανθρώπους που είχαν αφήσει ή επρόκειτο να αφήσουν εκεί την τελευταία τους πνοή.
Τραγικός απολογισμός; 94 πέθαναν στο γήπεδο, 766 τραυματίστηκαν, 1 άτομο πέθανε λίγο αργότερα στο νοσοκομείο και 1 ακόμα υπέκυψε στα τραύματά του μετά από τέσσερα χρόνια (ήταν σε κώμα), με το ακόμα πιο θλιβερό σε εκείνη την αποφράδα ημέρα να είναι ότι μεταξύ των θυμάτων ήταν πολλοί ανήλικοι.
Μαρτυρία
Ο κάτοχος εισιτηρίου διαρκείας στη Λίβερπουλ εκείνη τη σεζόν, Φίλιπς, έδωσε συνέντευξή 22 χρόνια μετά σε οπαδική ιστοσελίδα των "reds", περιγράφοντας με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις δραματικές ώρες που πέρασε στο "Χίλσμπορο" στις 15 Απριλίου του 1989, αλλά και το πόσο τον επηρέασε εκείνο το γεγονός.
Ο τρόπος διαφυγής του από την εξέδρα του θανάτου, η απίστευτη σωτηρία ενός νεαρού παιδιού που η καρδιά και η αναπνοή του είχαν σταματήσει, οι σοβαρές καταγγελίες του για την αστυνομία αλλά και η συγκινητική γνωριμία του με την οικογένεια του νεαρού λίγο καιρό μετά.
Όλα αυτά σε μία κατάθεση ψυχής από έναν ήρωα του "Χίλσμπορο", τον Γκλεν Φίλιπς. Διαβάστε τον:
"Με το που μπήκαμε στο γήπεδο, καταλάβαμε ότι το πλήθος ήταν ασυνήθιστα μεγάλο. Ο κόσμος ουσιαστικά μας μετακινούσε.
Χωριστήκαμε από την παρέα μας, με εμένα και τον Ίαν να πηγαίνουμε μπροστά, στα σιδερένια κιγκλιδώματα που χώριζαν τις εξέδρες από το γήπεδο.
Έχω βρεθεί στην Kop πολλές, πολλές φορές και σε τέτοιο πανδαιμόνιο δεν είχα βρεθεί ποτέ. Δεν είχε καμία σχέση με προηγούμενες εμπειρίες μου από το γήπεδο.
Το αδιάχωρητο στο γήπεδο προκάλεσε φόβους
Πήγαινα στην Kop από την ηλικία των 12 ετών σε πολύ μεγάλα παιχνίδια, σε ντέρμπι με τη Λιντς και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σε ευρωπαϊκά παιχνίδια.
Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε ακριβώς πίσω από την εστία και να απολαμβάνουμε την κίνηση του πλήθους, το κύμα που δημιουργούσε. Ήταν μέρος της διασκέδασης. Όμως η κατάσταση εκείνη την ημέρα ήταν διαφορετική.
Έπρεπε να βγούμε λοιπόν από εκεί. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν καλό μέρος για να βρισκόμαστε και αποφασίσαμε να μετακινηθούμε πιο ψηλά στην εξέδρα.
Ο κόσμος ήταν δύσκολο να παραμερίσει, οπότε πέσαμε στα γόνατα μας και περπατούσαμε γονατιστοί στηριζόμενοι στα χέρια μας.
Και πιο ψηλά που πήγαμε είχε πολύ κόσμο με αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε να σταθούμε όρθιοι αλλά τελικά τα καταφέραμε, ενώ συναντηθήκαμε και με τους δύο φίλους μας.
Την επόμενη κιόλας στιγμή κοίταξε ο ένας στα πρόσωπα των άλλων και αναρωτηθήκαμε. Τι συνέβαινε;
Δοκάρι από Μπίρντσλι πριν την τραγωδία
Δεν μπορούσες να κάνεις και πολλά επειδή ήμασταν στοιβαγμένοι. Φανταστείτε να έχεις κάποιος τους αγκώνες κολλημένους στα πλευρά του και τα χέρια του μπροστά από το στήθος.
Ήταν αδύνατο να κουνήσεις τα χέρια σου λόγω του συνωστισμού. Ακόμα και έτσι, καθώς πλησίαζε η έναρξη του αγώνα, υποθέταμε ότι η πίεση θα χαλάρωνε και όλα θα πήγαιναν καλά.
Θυμάμαι ότι το ματς ξεκίνησε και ο Πίτερ Μπίρντσλι είχε σουτ στο δοκάρι αλλά δεν μπορούσες να δεις το παιχνίδι επειδή είχες επίγνωση ότι η κατάσταση ήταν επικίνδυνη.
Αυτό που προσπαθούσες συνέχεια να κάνεις ήταν να διασφαλίζεις ότι το πόδι σου πατούσε σωστά στο έδαφος, γιατί διαφορετικά θα βρισκόσουν στον αέρα.
Τότε ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι άνθρωποι σκαρφάλωναν τα κάγκελα, προσπαθώντας να βγουν έξω, με την αστυνομία να βρίσκεται σε επιφυλακή.
Στη δικιά μας πλευρά, που βρισκόταν δεξιά από την εστία, κατά μήκος του κιγκλιδώματος, ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Εκεί είχε πολύ χώρο για να κινηθεί κάποιος σε αντίθεση με το σημείο που ήμασταν εμείς.
Οι πρώτες κραυγές αγωνίας
Παιδιά άρχισαν τότε να φωνάζουν: "Κάντε πίσω, κάντε πίσω. Υπάρχουν οπαδοί που έχουν συνθλιφτεί μπροστά", και ήταν πολύ τρομοκρατημένοι εξαιτίας του γεγονότος ότι ο κόσμος δεν είχε συνειδητοποιήσει τί επρόκειτο να συμβεί.
Και έβλεπες όλο εκείνο τον κόσμο στα κάγκελα και σκεφτόσουν: "Γαμώτο, κάτι πραγματικά κακό συμβαίνει". Τότε κάποιος έτρεξε στον αγωνιστικό χώρο και φώναξε στον γκολκίπερ της Λίβερπουλ Μπρους Γκρόμπελααρ να σταματήσει το παιχνίδι.
Μερικά λεπτά μετά, είχαμε σκαρφαλώσει στο κιγκλίδωμα στην διπλανή θύρα που ήταν σχετικά άδεια. Κοίταξα προς τον αγωνιστικό χώρο και βλέποντας την κατάσταση στην οποία ήταν μερικά άτομα, σκέφτηκα:
"Θεέ μου, είναι νεκροί. Θα πρέπει να βρεθώ εκεί κάτω και να προσπαθήσω να βοηθήσω". Οπότε κατέβηκα τα σκαλιά και βρέθηκα πάνω σε έναν χαμηλό τοίχο. Τότε φώναξα σε έναν αστυνομικό: "Είμαι γιατρός. Αφήστε με να μπω στο γήπεδο".
Η χείρα βοηθείας και το χτύπημα στο κεφάλι
Του προέταξα το χέρι και με τράβηξε από τον τοίχο όμως δεν είχαμε αντιληφθεί ότι υπήρχε μία οριζόντια μπάρα στην πόρτα εξόδου. Καθώς έπεφτα, χτύπησα το κεφάλι μου στη μπάρα. Παραλίγο να πέσω αναίσθητος, έβλεπα αστεράκια.
Ήταν τρομερό χτύπημα, ένιωθα ότι θα μου φύγει το κεφάλι. Το αίμα έτρεχε στο πρόσωπό μου. Έσφιξα τα δόντια μου και περπάτησα στο χορτάρι το οποίο ήταν γεμάτο από ανθρώπους ξαπλωμένους. Χάος, χάος.
Σκεφτόμουν τι να κάνω και κυριολεκτικά το πρώτο σώμα που βρέθηκε μπροστά μου ήταν ενός νεαρού παιδιού, ενός εφήβου. Δεν ανέπνεε, δεν είχε σφυγμό, είχε γίνει γκρι, φαινόταν σαν να είχε υποστεί καρδιακή προσβολή.
Γονάτισα δίπλα του και άρχισα να του κάνω καρδιοαναπνευστικές μαλάξεις. Ήταν ένας τύπος δίπλα μου -είπε ότι ήταν νοσοκόμος-, ο οποίος την ώρα που του έβαζα οξυγόνο στο στόμα, εκείνος έκανε μαλάξεις στο στήθος του.
Φιάλη οξυγόνου στο γήπεδο αλλά άδεια...
Την ίδια ώρα με εκείνο το παιδί, υπήρχαν πάρα πολλά άτομα πεσμένα στο χορτάρι που παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Σκέφτηκα ότι αν και οι υπόλοιποι ήταν στην ίδια μοίρα δεν είχαν καμία ελπίδα να ζήσουν.
Έμεινα δίπλα του θέλοντας να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια που είχα για να τον κρατήσω στη ζωή. Ζήτησα από μερικούς αστυνομικούς οξυγόνο και ήρθε μία φιάλη οξυγόνου.
Η φιάλη οξυγόνου όμως που μου δόθηκε ήταν άδεια, και ο μετρητής έδειχνε ότι ήταν όντως στο μηδέν το οξυγόνο. Μάλιστα πάνω σε δήλωση-καταγγελία που έκανα για αυτό το θέμα έγινε ολόκληρη έρευνα, με μερικούς να προσπαθούν να ακυρώσουν τη μαρτυρία μου.
Το μίνι θαύμα και η μεταφορά στο ασθενοφόρο
Το τελικό πόρισμα που βγήκε αργότερα ήταν ότι βάσει της λογικής, είχα κάνει λάθος επειδή ήμουν οργισμένος και επειδή είχα ένα σοβαρό τραύμα στο κεφάλι.
Τέλος πάντων, εμείς εκείνη τη στιγμή συνεχίσαμε να παλεύουμε για να επαναφέρουμε στη ζωή του παιδί που δεν είχε σφυγμό.
Ήμασταν εκεί για πέντε, δέκα λεπτά και ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω όταν αισθάνθηκα έναν ελαφρύ σφιγμό. Κόντρα στα προγνωστικά, η καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει και πάλι. Ήταν εντελώς αναίσθητος αλλά έκανε προσπάθειες να αναπνεύσει.
Οπότε, πήραμε ένα φορείο και τον πήγαμε σε ένα ασθενοφόρο που ήταν πίσω από την εστία. Στο έδαφος ήταν άλλοι δύο ξαπλωμένοι, ήταν όμως νεκροί.
Βάλαμε το παιδί στο φορείο και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε για εκείνον περισσότερα πράγματα.
Απελπισία από το γήπεδο που είχε γίνει νεκροταφείο
Δεν ξέρω αν πήραμε τη σωστή απόφαση, εάν έπρεπε να μείνω μαζί του, αλλά η καρδιά του χτυπούσε, ανέπνεε. Θυμάμαι ότι είπα στον οδηγό του ασθενοφόρου: "Να τον προσέχεις. Εάν υπάρχουν προβλήματα, ρίξε μου μία φωνή".
Το πιο παλαβό πράγμα που θα μπορούσα να πω με όλο εκείνο το χάος γύρω μου, όμως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη.
Την ώρα που μεταφέραμε το παιδί στο ασθενοφόρο, πρόσεξα ότι μέσα στο τέρμα υπήρχαν περίπου 8 με 10 άψυχα σώματα.
Μέσα σου έχεις την επιθυμία να φερθείς απόλυτα επαγγελματικά και να κάνεις ό,τι μπορείς αλλά ταυτόχρονα συνέβαιναν απίστευτα πράγματα μέσα σε μισή ώρα, σε έναν ημιτελικό, σε μία ηλιόλουστη ημέρα. Όλοι οι νεκροί ήταν νεαρά παιδιά.
Γύρισα πίσω προσπαθώντας να βοηθήσω και άλλους. Δοκίμασα να κάνω μαλάξεις σε μερικά ακόμα άτομα αλλά είχαν ήδη φύγει.
Είναι απαίσιο να προσπαθείς να κάνεις μαλάξεις σε ανθρώπους που είναι ουσιαστικά νεκροί, όπως επίσης μυρωδιά του εμετού και όλα αυτά τα πράγματα, όμως θα πρέπει να πω ότι σε όσους πήγα να κάνω μαλάξεις δεν υπήρχε ίχνος αλκοόλ μέσα τους.
Ο θόρυβος είχε δώσει τη θέση του στη σιωπή
Και μπαίνοντας στο γήπεδο, δεν παρατήρησα κάποια βίαιη συμπεριφορά. Ουδείς είχε ξεφύγει από τον έλεγχο, παρά τα διάφορα που γράφτηκαν τις επόμενες ημέρες σε μερικές εφημερίδες.
Ήταν περασμένες 3.30 μετά το μεσημέρι και εκείνη την ώρα στο γήπεδο ήταν άνθρωποι που περπατούσαν και μιλούσαν ή που κάθονταν και μιλούσαν ή που ήταν νεκροί. Δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση.
Το τελευταίο άτομο που προσπάθησα να βοηθήσω ήταν γύρω στα 20. Νομίζω ότι ο αδερφός του επιχειρούσε να τον επαναφέρει και θυμάμαι ένα κορίτσι που φορούσε ένα κασκόλ της Σέλτικ να μου λέει:
"Άφησέ τον, χάθηκε, χάθηκε". Έκανα μία προσπάθεια αλλά ήταν ήδη νεκρός.
Λίγο μετά βρέθηκα στην άλλη πλευρά του γηπέδου, όπου κάθονταν οι οπαδοί της Νότιγχαμ Φόρεστ και παρακολουθουσαν έχοντας χάσει τη μιλιά τους.
Είδα δύο φωτογράφους εκεί και αυτό που σκέφτηκα, εν μέσω της τρέλας που επικρατούσε, ήταν τί έκαναν τα μίντια στη Λίβερπουλ μετά το Χέιζελ, όπου η πλειονότητα των 10.000 οπαδών δεν έκαναν κάτι κακό και ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας των αξιωματούχων του γηπέδου, της UEFA και της βελγικής αστυνομίας, 26 τρελοί κατάφεραν να προκαλέσουν μακελειό.
Η Γιουβέντους είχε και εκείνη τους δικούς της ανεγκέφαλους, αλλά αυτό ξεχάστηκε τεχνηέντως. Σκέφτηκα ότι θα προσπαθούσαν να το φορτώσουν και αυτό στους οπαδούς.
"Να μην πέσει η ευθύνη στους οπαδούς, όπως στο Χέιζελ"
Δεν μπορούσα να το αφήσω να συμβεί. Οπότε πήγα στους φωτογράφους και έκανα μερικά σχόλια για τις ανεπαρκείς εγκαταστάσεις.
Τους είπα ότι ήμουν εκπαιδευόμενος γιατρός και ότι προσπαθούσα να επαναφέρω στη ζωή πεθαμένα παιδιά.
Μόλις άκουσαν ότι ήμουν γιατρός και όχι ένας απλός τρελαμένος οπαδός, έκριναν ότι έπρεπε να καταγράψουν τα λόγια μου.
Οπότε έβγαλαν τα σημειωματάρια από τις τσέπες τους και άρχισαν να με βγάζουν ταυτόχρονα φωτογραφίες.
Αμέσως σκέφτηκα ότι έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον από τη Λίβερπουλ, για να βεβαιωθώ ότι δεν θα ρίξουν την ευθύνη στους οπαδούς.
Πήγα προς τη φυσούνα όπου βρίσκονταν αστυνομικοί και τους είπα ότι ήμουν εκπαιδευόμενος γιατρός και έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον από τον σύλλογο.
Δεν έκαναν καν προσπάθεια να με σταματήσουν, νομίζω ότι ήταν όλοι σοκαρισμένοι. Πέρασα μέσα και έπεσα πάνω στον Κένι Νταλγκλίς ο οποίος φαινόταν χλωμός. Όπως έμαθα αργότερα, ο γιος του ήταν μέσα στο πλήθος.
Έκκληση σε Νταλγκλίς και μαρτυρία-σοκ στο ραδιόφωνο
Του συστήθηκα και του είπα επί τροχάδην τί είχα δει με τα μάτια μου, ενώ του ξεκαθάρισα ότι δεν θα έπρεπε να αφήσουν οι παίκτες να πέσει το ανάθεμα στους οπαδούς.
Αυτό δεν είχε να κάνει με φασαρία που προξένησε ο κόσμος. Οι συνθήκες για τους θεατές ήταν κάτι το ντροπιαστικό.
Δίπλα του, ο σχολιαστής του αγώνα για το BBC, Άλαν Γκριν, στεκόταν και άκουγε, για να με ρωτήσει κατόπιν αν είχα πρόβλημα να επαναλάβω αυτά που είχα πει στο ραδιόφωνο.
Το επόμενο πράγμα που έκανε ήταν να με συστήσει ζωντανά στον αέρα, και εγώ να λέω το τί είχε συμβεί όντας αυτόπτης μάρτυρας.
Συγκεκριμένα είπα στο ραδιόφωνο: "Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κόσμος ήταν πάρα πολύς για αυτό το γήπεδο. Η Λίβερπουλ γέμισε το κομμάτι της εξέδρας που της αναλογούσε.
Η αστυνομία επέτρεψε στους οπαδούς να γεμίσουν το μεσαίο διάζωμα σε τέτοιο βαθμό που να έχουν στιβαχτεί σαν σαρδέλες.
"Αυτή είναι η απόλυτη ξεφτίλα..."
Την ίδια ώρα οι διπλανές θύρες είχαν αρκετό χώρο, με την αστυνομία να έχει ευθύνη που επέτρεψε να γίνει κάτι τέτοιο. Έχασαν εντελώς τον έλεγχο.
Τα παιδιά είχαν στοιβαχτεί μπροστά στο κάγκελο και είχε τόσο πολύ κόσμο εκεί που κανείς δεν μπορούσε να φύγει. Σκαρφάλωσα προς τα πλάγια σε μία θύρα με λιγότερο κόσμο και μπήκα στο γήπεδο για να βοηθήσω.
Τώρα δυστυχώς υπάρχουν παιδιά που έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή στο γήπεδο. Είδα περίπου 8 με 10, δεν ξέρω πόσοι ακριβώς είναι.
Έδωσα αγώνα για περίπου 10 λεπτά για να επαναφέρω ένα παιδί στη ζωή και τελικά μας έδωσαν μία μπουκάλα οξυγόνου που ήταν άδεια. Αυτή είναι η απόλυτη κατάντια.
Το ραδιόφωνο ηρέμησε τη γυναίκα του
Μετά τις δηλώσεις πήγα στην εξέδρα όπου με περίμεναν ο αδερφός μου και οι δύο φίλοι μου. Κανείς τους δεν μπορούσε να πιστέψει τί είχε συμβεί. Έκανα ό,τι μπορούσα.
Είχα προσπαθήσει να επαναφέρω στη ζωή ανθρώπους ενώ φρόντισα ώστε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την αλήθεια να την ακούσουν από κάποιον που διέθετε αξιοπιστία.
Παραδόξως είχα την ευκαιρία να μιλήσω στο ραδιόφωνο, γεγονός που μου έδωσε ένα πλεονέκτημα. Η γυναίκα μου ήταν στο σπίτι μας στη Γλασκώβη, πολύ ανήσυχη, γνωρίζοντας ότι ήμασταν στο γήπεδο.
Ευτυχώς ένας-δύο φίλοι με είχαν ακούσει στο ράδιο και της τηλεφώνησαν μέσα σε λίγα λεπτά για να της πουν ότι ήμουν εντάξει.
Στην επιστροφή μας στο Μέρσισαϊντ, καθόμουν πίσω στο αμάξι, φέρνοντας στο μυαλό μου τα γεγονότα και ακούγοντας ράδιο.
Έπαιξαν το μικρό ξέσπασμά μου 2-3 φορές, όμως αυτό που θυμάμαι περισσότερο ήταν ότι είχαμε τρομοκρατηθεί ακούγοντας τον αριθμό των θυμάτων να αυξάνεται συνεχώς.
Ποιά δουλειά; Επιστροφή στο Χίλσμπορο
Όταν γύρισα στη δουλειά το πρωί της Δευτέρας, ήξερα ότι δεν μπορούσα να δουλέψω. Ένιωθα ότι δεν έπρεπε να ήμουν εκεί. Έπρεπε να ήμουν στο Λίβερπουλ.
Οπότε είπα στους συναδέλφους στο χειρουργείο: "Θα πρέπει να σταματήσω τη δουλειά για όλη αυτή την εβδομάδα".
Το ίδιο βράδυ επέστρεψα στο Λίβερπουλ και πήγαμε στο Άνφιλντ όπου αφήσαμε μερικά λουλούδια μαζί με τα κασκόλ μας σε ένα κάγκελο. Τα συναισθήματά μου εκείνη τη στιγμή ήταν ανάμεικτα.
Από τη μία πλευρά υπήρχε θλίψη για όλες τις ψυχές που είχαν χαθεί και την ίδια ώρα οργή για τα μίντια που επιτίθονταν σε ευάλωτους ανθρώπους, πονεμένους γονείς, σε αδέρφια που ήταν υποχρεωμένα να ακούν και να διαβάζουν αηδίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα που είχαν χαθεί.
Ήμουν εξαιρετικά θυμωμένος με τη στάση του Τύπου και η πιο σωστή παρατήρηση όλη εκείνη την εβδομάδα ήρθε όταν ο Νιλ Κίνοκ, πρόεδρος των Εργατικών, έδωσε συνέντευξη στο χορτάρι του Άνφιλντ.
"Οι αστυνομικοί τα έκαναν μούσκεμα", τόνισε. Νομίζω ότι αυτό που είπε τα περικλείει όλα. Οι άνθρωποι του γηπέδου και οι αστυνομικοί δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους.
Η αναζήτηση για το αγόρι που βοήθησε
Καθώς ήμουν στο Μέρσισαϊντ με την οικογένειά μου, έδωσα συνεντεύξεις σε πολλούς τηλεοπτικούς σταθμούς, όμως εκείνο που σκεφτόμουν ήταν ότι έπρεπε να πάω στο Σέφιλντ για να βρω εκείνο το αγόρι που βοήθησα στο γήπεδο, να μάθω αν τελικά έζησε.
Αφού πρώτα επισκέφτηκα το Χίλσμπορο, στη συνέχεια πήγα στα δύο μεγαλύτερα νοσοκομεία του Σέφιλντ για να βρω εκείνο το αγόρι. Σκέφτηκα ότι αν είχε επιζήσει θα βρισκόταν σε κάποια μονάδα εντατικής θεραπείας.
Με άφησαν διακριτικά να ψάξω στα δωμάτια μερικών ανθρώπων που ήταν υπό εντατική παρακολούθηση και δεν τον αναγνώρισα. Τώρα ξέρω γιατί, επειδή ήταν εντελώς πρησμένος. Ήταν πράγματι εκεί, σε δωμάτιο εντατικής.
Τότε, πίστεψα ότι είχε πεθάνει και αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Τα έβαλα με τον εαυτό μου, καθώς σκεφτόμουν ότι δεν έπρεπε να τον αφήσω.
Μετά την τραγωδία, η τοπική αστυνομία ξεκίνησε την μεγαλύτερη νομική έρευνα στην ιστορία της Βρετανίας για να διαπιστώσει τί είχε συμβεί στο Χίλσμπορο και το Μάρτιο του 1990 μου ζητήθηκε να παρακολουθήσω βίντεο από την κάλυψη του αγώνα εκείνη την τραγική ημέρα.
Όταν αναγνώρισα τον εαυτό μου και έδειξα το παιδί που πήγα να βοηθησω, ένας αστυνομικός μου είπε: "Έχουμε το όνομά του και δεν νομίζω ότι πέθανε. Θα κοιτάξω στα αρχεία μας και θα έρθω σε επικοινωνία μαζί σας".
Η συγκινητική συνάντηση και το "δέσιμο" δύο οικογενειών
Την ερχόμενη εβδομάδα μου τηλεφώνησε ο αστυνομικός: "Ξέρουμε ποιος είναι, είναι ένας 18χρονος, ονόματι Γκάρι Κούρι. Επιβίωσε και η οικογένειά του ενδιαφέρεται πολύ να σε γνωρίσει".
Οπότε κανονίσαμε να δούμε τον Γκάρι. Συμπτωματικά, ζούσε περίπου μισό μίλι μακριά από το δημοτικό σχολείο που πήγαινα.
Η συνάντησή μας ήταν μία συγκινητική εμπειριά για μένα. Το άσχημο ήταν πως είχε επιζήσει αλλά με κάποια "σημάδια" από εκείνη την ημέρα πάνω του. Η καρδιά του είχε σταματήσει με αποτέλεσμα να υποστεί κάποια εγκεφαλική ζημιά, οπότε δεν είναι όπως πριν.
Είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, ο οποίος είναι υπό συνεχή φαρμακευτική θεραπεία, και δεν μπορεί να εργαστεί. Μπορεί όμως να περπατήσει και να μιλήσει, ενώ διατηρεί το χιούμορ του. Και εξακολουθεί να είναι φανατικός φίλος της Λίβερπουλ.
Η οικογένειά του ήταν χαρούμενη απλά και μόνο που έζησε. Δύο χρόνια μετά το δυστύχημα μας προσκάλεσαν στα 21α του γενέθλια και διατηρούμε επαφή από τότε, έστω και περιστασιακά.
Για την ακρίβεια, κάθε Χριστούγεννα αυτός και η μητέρα του, Άλις, μου στέλνουν ένα ημερολόγιο της Λίβερπουλ και ένα μικρό δώρο για το γιο μου.
Οπαδοί, ο τελευταίος τροχός της αμάξης
Για δεκαετίες, οι οπαδοί αντιμετωπίζονται με πολύ άσχημο τρόπο από τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, οι οποίοι πολλές φορές περιφρονούν τον κόσμο τους.
Στα εκτός έδρας ματς η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη, καθώς πέρα από την περιφρόνηση των ομάδων έρχεται και η περιφρόνηση από την τοπική αστυνομία.
Εάν πηγαίνεις στο γήπεδο, θεωρείσαι ότι δεν έχεις αξία. Τα ανεχόμαστε όλα αυτά επειδή αγαπήσαμε το άθλημα. Δεν συνειδητοποιήσαμε τον κίνδυνο μέσα στον οποίο ζούσαμε.
Όταν ήσουν σε γήπεδο στοιβαγμένος είχες πάντα στο βάθος του μυαλού σου την υπόθεση ότι αυτή η πίεση θα χαλάρωνε σταδιακά.
Η διαφορά στο Χίλσμπορο ήταν ότι αυτό το πράγμα χειροτέρευε. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στο παρελθόν στο ίδιο γήπεδο, με την Τότεναμ.
Ο κόσμος τότε είχε αναγκαστεί να μπει στο γήπεδο για να μην συμβεί το μοιραίο στις εξέδρες.
Στο Χίλσμπορο χάθηκαν τόσες ζωές επειδή η αστυνομία και οι ταξιθέτες δεν μοίρασαν σωστά τον κόσμο έχοντας την παράλογη πεποίθηση ότι θα καταλάβαιναν από μόνοι τους που έπρεπε να καθήσουν.
Ένστικτο και τύχη δεν έκαναν τα θύματα 98
Έχω ακόμα αυτό το βάρος πάνω μου. Αυτές οι νέες ζωές χάθηκαν τόσο άδοξα και μάταια πηγαίνοντας να παρακολουθήσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα και οι οικογένειές τους αισθάνονται ότι δεν απονεμήθηκε δικαιοσύνη μέσα από την έρευνα που έγινε για τα αίτια της τραγωδίας.
Ο αδερφός μου και εγώ ήμασταν στο πέταλο όπου κατέρρευσε το σιδερένιο κιγκλίδωμα. Η ενστικτώδης απόφασή μας να ανέβουμε λίγο ψηλότερα ίσως μας έσωσε τη ζωή αφού ξεφύγαμε από το σημείο όπου μισή ώρα αργότερα σκοτώθηκαν σχεδόν 100 άνθρωποι.
Ο Ίαν είναι 13 χρόνια μικρότερός μου και εγώ ήμουν εκείνος που τον πήγα στην Kop από νεαρή ηλικία. Είχα για μήνες εφιάλτες, με την σκέψη του τί θα μπορούσε να του είχε συμβεί. Εμείς ήμασταν οι τυχεροί πάντως".
Μπράντφορντ, Αγγλία 1985Το Σάββατο 11 Μαίου 1985 η ποδοσφαιρική ομάδα της Bradford City θα αντιμετώπιζε στο -παλιό από το χρόνο- γήπεδό της «Valley Parade», την Lincoln City και τη συγκεκριμένη ημέρα θα γιορταζόταν η άνοδος της ομάδας από τη Τρίτη κατηγορία στη Δεύτερη – κάτι που είχε να συμβεί πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1937). Πριν τον αγώνα ο πρόεδρος της ομάδας Πίτερ Τζάκσον παρουσίασε στους φιλάθλους το τρόπαιο και η όλη ατμόσφαιρα ήταν εορταστική. Μέσα στο γήπεδο βρίσκονταν πάνω από 11.000 οπαδοί (η καταμέτρηση των εισιτηρίων ήταν 11.076). 40 λεπτά μετά την έναρξη του ματς κι ενώ το σκορ ήταν 0-0, μια εξέδρα του γηπέδου γέμισε με καπνούς και ξεκίνησε φωτιά – μάλλον από αναμμένο τσιγάρο που έπεσε σε σκουπίδια που βρίσκονταν κάτω από την εξέδρα για πάνω από 20 χρόνια– η οποία αναπτύχθηκε αστραπιαία λόγω του ότι οι εξέδρες ήταν ξύλινες και φύσαγε πολύ ισχυρός άνεμος.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "ThassosPress" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
