«Είναι κάπου αλλού η γιορτή» τιτλοφορείται το νέο βιβλίο του συμπολίτη μας Χρήστου Χαρτοματσίδη η παρουσίαση του οποίου θα γίνει την Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου στις 7 στο χώρο του βιβλιοπωλείου «Δημοκρίτειο».Ένα εξαιρετικό βιβλίο όπου για άλλη μια φορά ο συγγραφέας με το μοναδικό του τρόπο μας μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στους Αμπελοκήπους της δεκαετίας του ’80 σκιαγραφώντας καθημερινούς χαρακτήρες και φωτίζοντας τις κοινωνικοπολιτικές δομές της εποχής εκείνης. Μια ολόκληρη κοινωνία που θυμίζει το σήμερα και όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος ο συγγραφέας «ίσως αυτό να είναι το ωραίο αυτού του βιβλίου, γιατί συνδέει αυτές τις δύο εποχές».
ΠτΘ: κ. Χαρτοματσίδη, στο νέο σας βιβλίο «Είναι κάπου αλλού η γιορτή» τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στους Αμπελοκήπους, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν συνειδητή η επιλογή αυτή;
Χ.Χ.: Την γνωρίζω την περιοχή, έχω ζήσει εκεί και. Δεν είναι από τις ακριβές περιοχές της πόλης και οι διαμένοντες εκεί είναι εργατοϋπάλληλοι.
Στη λογοτεχνία πρωτοπόροι είναι οι ποιητές
ΠτΘ: Συνειδητή επίσης υπήρξε και η επιλογή της εποχής που διαδραματίζονται τα γεγονότα;
Χ.Χ.: Η δεκαετία του ‘80 αφορά μια χρονική περίοδο που συμβαίνουν πολλές αλλαγές στη χώρα. Αλλαγές που αφορούν στην κοινωνική και πολιτική της δομή και για πρώτη φορά το άλλο μισό του ελληνικού λαού έρχεται στο προσκήνιο και αποκτά δικαιώματα, έχει πρόσβαση στις ελληνικές υπηρεσίες και μάλιστα εργάζεται σε αυτές. Είναι σημαντική για τη χώρα η δεκαετία του ’80, βέβαια το τέλος αφορά άλλη ιστορία, όμως στη λογοτεχνία θα έλεγα ότι πρωτοπόροι είναι οι ποιητές, που άμεσα αντιδρούν στα γεγονότα. Αν συμβεί κάτι σήμερα, αύριο θα βγει ο ποιητής με το ποίημα και θα μιλήσει για αυτά. Επειδή όμως μέσα μας ωριμάζει η σκέψη και η εκτίμηση των γεγονότων σιγά – σιγά για αυτό και η πεζογραφία ακολουθεί με μια καθυστέρηση είκοσι ή και τριάντα ετών στην αξιολόγηση των γεγονότων.
ΠτΘ: Όπως ακριβώς και στην ιστορία πρέπει να περάσει μια πεντηκονταετία…
Χ.Χ.: Πρέπει μέσα μας να κατασταλάξουν τα γεγονότα και να μπορούμε να τα εκτιμήσουμε αντικειμενικά ώστε να τα μεταφέρουμε.
ΠτΘ: Ζήσατε τη συγκεκριμένη εποχή στην περιοχή αυτή;
Χ.Χ.: Ναι, στη Θεσσαλονίκη και στους Αμπελόκηπους.
ΠτΘ: Διαβάζοντας το βιβλίο σας δίνεται η αίσθηση στον αναγνώστη ότι ο ήρωάς σας, ο Βασίλης, δεν μπορεί να ξεφύγει από την γειτονιά του, από αυτό που ζει. Μήπως η κοινωνία είναι αυτή που μας δημιουργεί αυτή την αίσθηση;
Χ.Χ.: Σίγουρα η κοινωνία, αλλά θα πρέπει να έχουμε τις ανάλογες ευαισθησίες. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ότι είναι καλά και δεν αντιδρούν. Παίρνουν κάποιο πτυχίο, διορίζονται στη δουλειά και θεωρούν ότι είναι θύμα των καταστάσεων. Ένα άτομο όμως που είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητο νοιώθει τον εαυτό του ριγμένο ακριβώς γιατί η ευαισθησία του επιτρέπει να σκέφτεται με αυτό τον τρόπο.
ΠτΘ: Ο Βασίλης κάνει την επανάστασή του παίρνοντας ένα αεροβόλο και κάνοντας μια ληστεία;
Χ.Χ.: Και ο ίδιος ο ήρωας θα έλεγα ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση. Το κάνει για πολλούς λόγους, όμως δεν αρκεί στο να μείνουμε στον ένα από αυτούς. Μεταξύ αυτών που ωθούν τον ήρωα να το κάνει αυτό είναι ότι θέλει να δείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να έχει το θάρρος κάποια στιγμή να κάνει κάποια πράγματα, ώστε να φανεί ήρωας μπροστά στην κοπέλα. Οι λόγοι που το κάνει δεν είναι ουσιαστικοί, γιατί κατά βάθος μέσα του υπάρχει η αίσθηση ότι δεν θα του επιτρέψουν να φθάσει στη ζωή εκεί που θέλει. Ίσως αυτός και να είναι και ο λόγος που το κάνει.
ΠτΘ: Ένας άλλος ήρωας του βιβλίου σας είναι ο Ανζέλ, οργανωμένος στο κόμμα, έχει τις δικές του ανησυχίες. Προετοιμάζεται για το νέο αντάρτικο…
Χ.Χ.: Αυτός γίνεται οργανωμένος για λόγους συναισθηματικούς, ακολουθώντας την κοπέλα. Ουσιαστικά είναι εντελώς μακριά από αυτά τα πράγματα. Εκεί του δίνεται μια κατεύθυνση, μια πορεία και μια ιδεολογία που με τον δικό της τρόπο ακολουθεί τα πράγματα και αυτός ακολουθεί αν και κατά βάση δεν τα πιστεύει και δεν είναι διαθέσιμος να κάνει αυτές τις θυσίες. Όλα τα κάνει για την κοπέλια. Όσον αφορά την προετοιμασία του για το αντάρτικο ήταν η μόδα της τότε εποχής.
ΠτΘ: Αυτή η επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα ορατή σήμερα. Μπορεί η αιτία να μην είναι μια κοπέλα αλλά υπάρχει πάντα ο λόγος για να στοχεύσουμε κάπου.
Χ.Χ.: Σαφώς καλύτερα όμως να είναι αιτία η κοπέλα, παρά οτιδήποτε άλλο.
Επιστρέφουμε σε παρόμοιες καταστάσεις της δεκαετίας του ‘80
ΠτΘ: Βρώμικα λεφτά, συμφέροντα μεγάλα, προστάτες τραγουδιστριών. Είναι σαν να μιλάμε για σημερινές καταστάσεις. Πόσο σας έχει επηρεάσει η σημερινή κατάσταση της χώρας;
Χ.Χ.: Απλά συνειδητοποίησα ότι σήμερα επιστρέφουμε σε παρόμοιες καταστάσεις με αυτές της συγκεκριμένης δεκαετίας. Σχεδόν όλοι μας ξεχάσαμε τα φτωχά χρόνια. Ξαφνικά μας το θυμίζουν με πολύ απότομο και άσχημο τρόπο. Εκεί που λέγαμε ότι αυτά είναι περασμένα επανέρχονται και ίσως αυτό να είναι το ωραίο αυτού του βιβλίου γιατί συνδέει αυτές τις εποχές
Προσωπικά για μένα είναι κάπου αλλού η γιορτή
ΠτΘ: Τελικά κ. Χαρτοματσίδη είναι κάπου αλλού η γιορτή;Χ.Χ.: Είναι όπως το αισθάνεται κανείς. Για μένα είναι κάπου αλλού η γιορτή. Έχω μεγαλώσει σε εργατικά προάστια και εκεί είχα πάντα αυτή την αίσθηση ότι η γιορτή είναι κάπου αλλού, το αν αυτό όμως σε κάνει να νοιώθεις και αδικημένος είναι προσωπικό θέμα. Και μόνο το γεγονός ότι μένεις σε ομοιόμορφες πολυκατοικίες, στις εργατικές, και θέλεις μισή ώρα με το λεωφορείο να φθάσεις στις λαμπερές λεωφόρους του κέντρου και χαζεύεις και νοιώθεις σαν χωριατόπουλο, που το έχουν φέρει από την επαρχία, και θαυμάζεις τις βιτρίνες και βλέπεις τις τιμές και συγκρίνεις και ξέρεις από τα οικονομικά της οικογένειας ότι δεν μπορείς να πλησιάσεις, τότε νοιώθεις ότι η γιορτή είναι κάπου αλλού. Λες λοιπόν τι ψάχνω εγώ εδώ, ποια είναι η θέση μου; Άρα δεν έχω θέση εδώ, δεν δικαιούμαι να είμαι εδώ.
ΠτΘ: Μπορεί ο καθένας μας ατομικά να κάνει την υπέρβασή του και να περάσει εκεί που είναι η γιορτή;
Χ.Χ.: Ο καθένας ατομικά όχι, γιατί αυτός είναι ο άλλος δρόμος του Μπίλυ, ο καθένας να βρει την καλή. Η κοινωνία θα πρέπει να μας οδηγήσει στη γιορτή
Σε αυτή τη χώρα δεν πρέπει να έχουμε ελεύθερη επιλογή, πρέπει να μας εξοντώσουν
ΠτΘ: «Στη χώρα αυτή, μάγκα μου, δεν σ’ αφήνουν ούτε ν’ αυτοκτονήσεις! Πρέπει ντε και καλά να σε σκοτώσουν!», λέει ο Μπίλης στο τέλος του βιβλίου…
Χ.Χ.: Σε αυτή τη χώρα πρέπει να μας σκοτώσουν για να το ευχαριστηθούν, γιατί αλλιώς είναι πράξη ελεύθερης επιλογής. Δεν πρέπει να έχουμε την ελεύθερη επιλογή, πρέπει αυτοί να μας εξοντώσουν.
ΠτΘ: Πιστεύετε τελικά ότι είμαστε μαριονέτες στα χέρια κάποιων που θέλουν να παίξουν τα δικά τους παιχνίδια;
Χ.Χ.: Ναι. Δεν σας κάνει εντύπωση ότι δεν γίνεται τίποτα;
Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
2/2/2012
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "ThassosPress" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
