είπε,είναι δικαιοσύνη
και χτύπησε ξάφνου την καμπάνα
κόσμος μαζεύτηκε, στάθηκαν, κοιτούσαν,
"Εγώ την χτύπησα," είπε,
αυτοί κοιτούσαν
δε μιλούσαν
Ύστερα σήκωσαν τους ώμους τους, έφυγαν
Τότε εκείνος έκοψε με το σουγιά του ένα κομμάτι σκοινί
και τό' δεσε σφιχτά σφιχτά γύρω στη μέση του
εκεί μπροστά στην εκκλησία.
Δευτέρα μεσημέρι.
Γιάννης Ρίτσος, Κιγκλίδωμα, Της Δευτέρας
Θυμήθηκα (μέρες τώρα είναι που το θυμάμαι και το κυκλοφέρνω) τις αρχές της άνοιξης του 1985, τον Ρίτσο να ανεβαίνει την Ομονοίας στην Καβάλα μέσα σε ένα κουρασμένο κοντογούνι. Μήπως ήταν το 1984; Έχει μικρές φθορές αυτό το ύφασμα των εικόνων που με τυλίγει.
Και χτες που ήμουν στη μητρόπολη του Αμμάν, για ν'ανάψω ένα κερί στον Μακρυγιάννη, τον Φωτάκο και τον Ανώνυμο της Ελληνικής Νομαρχίας, είπα -ανάμεσα στις ελληνικές κι αραβικές ψαλμωδίες πάνω στον ίδιο τόνο- "Τι κρίμα που δε σου έδωσα πλήρη την προσοχή μου νωρίτερα, ποιητή!".
Μια και το έφερε ο λόγος, χωρίς τη μελέτη του πεζογραφικού του έργου (Εικονοστάσιο Ανώνυμων Αγίων), ο αναγνώστης είναι καταδικασμένος να χάσει μεγάλο μέρος της νεοελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας, αν βέβαια ψάχνει για κείμενα που η πένα έχει αίμα ζωντανό.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Nequaquam Vacuum" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

