Να την αφήσω μέσα; Δε θα μ' αφήσει να κοιμηθώ!
Να τη σκοτώσω; Ούτε συζήτηση!
Πήρα ένα σακουλάκι και το φόρεσα στο χέρι μου σα γάντι. Περίμενα μέχρι να καθήσει κάπου κοντά στη λάμπα που είχα αναμένη. Την πλησίασα σιγά σιγά, την έπιασα ελαφρά και τύλιξα γύρω της το σακουλάκι, βγάζοντάς το σιγά σιγά από το χέρι μου, ενώ την αισθανόμουν να πετάει ανήσυχη για τη ζωή της.
Βγήκα στο μπαλκόνι και άνοιξα το σακουλάκι. Την είδα που πέταξε ελεύθερη και, αφού δε μπορεί να γράψει την περιπέτειά της για να τη διαβάσουμε, την έγραψα εγώ. Σήμερα το βράδυ μπορεί να τη διηγηθεί στην οικογένειά της, όπως και κάποια προ-προ-πρόγιαγιά της που ελευθερώθηκε πριν από ένα χρόνο με τον ίδιο τρόπο.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Monotropos" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
