
Νύχτα. Πιάτσα. Ταξί. Ταξιτζής. Περιμένει. Πελάτη. Πελάτες. Περιμένει. Αγώι. Ερημιά. Ακούει. Ραδιόφωνο. Παλιά λαϊκά. Διονυσίου. Και Ρίτα. Τσιγάρο. Βαρύ. Άφιλτρο. Σκέφτεται. Οικογένεια. Παιδιά. Ο μεγάλος στη Κρήτη. Πανεπιστήμιο. Η μικρή Λύκειο. Τελειώνει. Εξετάσεις. Φροντιστήριο. Θέλει να σπουδάσει. Γιατρέσσα. Όπως κι ο μεγάλος.
Έξοδα. Πολλά έξοδα. Η γυναίκα άνεργη. Έκλεισε η βιοτεχνία. Φαλίρισε. Έχασε τη δουλειά της. Μόνος παλεύει. Δύσκολα. Κι η νύχτα έρημη. Σκοτεινή. Κι άφραγκη.
Τέσσερις ώρες τώρα. Δυό κούρσες όλες κι όλες.
Νύχτα. Πιο νύχτα. Πελάτες. Τρεις νεαροί. Μελαχρινοί. Σκέφτεται: «Γύφτοι είναι ή πακιστανοί» ;
- «Ελεύθερος;»
- «Που πάμε;»
- «Ζεφύρι»
Ασχημο νέο. Σφίξιμο στο στομάχι. Φόβος. Αλλά κι η νύχτα έρημη. Κι η βάρδια άγονη. Φτωχή. Κι ο μεγάλος στη Κρήτη ζήτησε λεφτά για το ενοίκιο. Πιο πολλά. Του ‘κανε αύξηση η σπιτονοικοκυρά. Κι η μικρή για την πενθήμερη.
- «Μπήτε, φύγαμε».
Αμίλητοι.
Νύχτα. Δρόμοι έρημοι. Κι όσο ανεβαίνουνε η νέκρα μεγαλώνει. Κι ο φόβος το ίδιο. Κοιτάζει. Καθρέφτη. Κλεφτά. Προσπαθεί να ψυχολογήσει. Προθέσεις. Διαθέσεις.
Σιωπή. Παγερή. Βουβαμάρα.
- «Δεξιά, στο στενό», προστάζει ο μπροστά.
Στρίβει. Αδιέξοδο. Ο μπροστά βάζει το χέρι στην τσέπη του μπουφάν. Αγωνία. Τρόμος. Η καρδιά πάει να σπάσει. Τι θα βγάλει; Σουγιά; Μαχαίρι; Πιστόλι
Σκέφτεται τα 400 ευρώ που έχει στην τσέπη. Για την δόση του σπιτιού. Αύριο. Τράπεζα. Θα του τ’ αρπάξουν. Οι κλέφτες. Ας του τα πάρουν. Δεν πειράζει για τα λεφτά. Να μην τον χτυπήσουν φοβάται. Και δεν μπορεί να δουλέψει. Και πως θα κάνει αύριο το μεροκάματο. Για να στείλει στον μεγάλο στην Κρήτη για το ενοίκιο. Και να εξοικονομήσει και λίγα για την πενθήμερη της μικρής. Παιδί είναι κι αυτή. Την πενθήμερη θα ‘χει να θυμάται όταν μεγαλώσει. Να μην πάει;
-«Σταμάτα. Εδώ», ξαναπροστάζει ο μπροστά.
Νύχτα. Σκοτάδι. Πηχτό. Το χέρι βγαίνει από την τσέπη. Κρατάει ένα μικρό φθαρμένο πορτοφόλι.
- «Πόσο;»
- «Οσο γράφει το ταξίμετρο. Δώδεκα και πενήντα»
- «Ορίστε δεκαπέντε. Κράτα τα ρέστα. Καληνύχτα. Και καλή βάρδια. Κι ο πατέρας μας νύχτα δουλεύει. Ταξιτζής. Τριάντα χρόνια στο τιμόνι. Πάντα νύχτα. Του αρέσει, λέει η νύχτα. Τι της βρίσκει δεν μπορώ να καταλάβω»
Κατεβαίνουν.
«Καληνύχτα. Και καλή βάρδια»
«Καληνύχτα παιδιά»
Χάνονται στο σκοτάδι.
Νύχτα. Κάνει αναστροφή. Βγαίνει απ’ το στενό στον κεντρικό. Αχνοφέγγει στο βάθος η αυγή. Πότε κιόλας πέρασε η νύχτα, σκέφτεται. Πότε κιόλας…
-«Ευχαριστώ παιδιά. Και συγχωρέστε με … συγχωρέστε με» μονολογεί. Ομολογεί.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Kavalitsa" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
