
Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή•
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.
'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά•
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Evelinasym" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
